Ο Καθηγητής Ηλίας Κουσκουβέλης, κάτοςχος της Έδρας Θουκυδίδη συμμετείχε στην παρουσίαση του βιβλίου Η Τέχνη του Πολέμου του Σουν Τσου των Θανάση Πλατιά και Κωνσταντίνου Κολιόπουλου. Παρακάτω μπορείτε να διαβάσετε το κείμενο της ομιλίας του.

 

Eπέλεξα να κάνω δύο πράγματα. 

Πρώτον, θα σας παρουσιάσω τη δουλειά των δύο συναδέλφων, ώστε να έχετε την όσο δυνατόν ακριβέστερη εικόνα, και, δεύτερον, θα διατυπώσω ορισμένες σκέψεις ως προς την προσήκουσα προσέγγισή μας, οικουμενική ή κινεζική, στη μελέτη της Τέχνης του Πολέμου

 

1. Το έργο

Στον πρόλογο οι συγγραφείς αναφέρονται στην ταυτότητα της Τέχνης του Πολέμου. Δέχονται και υποστηρίζουν ότι ο Σουν Τσου δεν υπήρξε ως άτομο, ότι το έργο είναι προϊόν περισσότερων του ενός συγγραφέως και μάλλον τοποθετείται στον 4ο π.Χ. αιώνα. Αναφέρονται επίσης στον αποφθεγματικό χαρακτήρα του έργου και παρουσιάζουν τα πλεονεκτήματα του συγκεκριμένου τρόπου γραφής, τον οποίο στη συνέχεια συγκρίνουν με εκείνον του Clausewitz και του Θουκυδίδη. Διευκρινίζουν ακόμη πως η μετάφρασή τους στηρίζεται στη μετάφραση του Giles, αλλά και άλλων εννέα μεταφράσεων, κυρίως αγγλικών.

 

Ακολουθεί το 1ο Κεφάλαιο, το οποίο συνθέτει και παρουσιάζει τη «θεωρία νίκης» του Σουν Τσου. Τα διαγράμματα/πίνακες που χρησιμοποιούνται για να περιγραφεί κάθε προϋπόθεση της «θεωρίας νίκης», αλλά και η συνολική της παρουσίαση στον πίνακα 8, συμβάλλουν στην καλύτερη κατανόηση του κειμένου. 

 

Στο 2ο κεφάλαιο οι Πλατιάς και Κολιόπουλος προσπαθούν να συνδέσουν την Τέχνη του Πολέμου με την στρατηγική σκέψη, εν γένει. Είναι προφανές ότι αποδέχονται την μία άποψη (από τις 2 που υπάρχουν στη διεθνή βιβλιογραφία), αυτήν περί οικουμενικότητας της στρατηγικής σκέψης, βγάζοντας τον Σουν Τσου από το κινεζικό του πλαίσιο. Με αυτόν το σκοπό, αλλά και ως συνέπεια της επιλογής τους, συγκρίνουν την Τέχνη του Πολέμου με το Περί Πολέμου του Clausewitz και τον Πόλεμο του Θουκυδίδη (1). Καταλήγουν βεβαίως ότι τα τρία κείμενα είναι εξίσου σημαντικά, συνιστούν βάσεις ή εμφορούνται από τον Κλασσικό Ρεαλισμό, ωστόσο, έχω την αίσθηση πως, δικαίως, φαίνεται να αναδεικνύουν ως νικητή, έστω και στα σημεία, τον Θουκυδίδη.

 

Στο ίδιο κεφάλαιο, που είναι και το εκτενέστερό τους, οι συγγραφείς αναδεικνύουν συγκεκριμένες διαστάσεις της σκέψης του Σουν Τσου, πάντα σε συνάρτηση με το σήμερα και τη δυτική σκέψη. Οι θεματικές αυτές είναι, σε υποκεφάλαια: «υψηλή στρατηγική», «σχέση πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας», «τύχη, προβλεψιμότητα και γνώση στον πόλεμο», «άμεση και έμμεση προσέγγιση, παραπλάνηση και αιφνιδιασμός», κ.α. Θα τα διαβάσετε.

 

Στο 3ο κεφάλαιο οι συγγραφείς επιχειρούν να μελετήσουν την «κληρονομιά του Σουν Τσου», ξεκινώντας από την Ανατολική Ασία καιεστιάζοντας στις στρατηγικές που υιοθέτησε ο Μάο Τσε-τουνγκ. Κατ’αντιστοιχία με το έργο του John Boyd, οι συγγραφείς ερευνούν τη σχέση των διδαγμάτων της Τέχνης του Πολέμου με την αεροπορική στρατηγική. Εν συνεχεία, σχολιάζουν τη σχέση της με την πυρηνική στρατηγική, ενώ, ορθώς, δεν παραλείπουν, στο προτελευταίο υποκεφάλαιο, τον ανταρτοπόλεμο.

 

Στο τελευταίο κεφάλαιο της δουλειάς των δύο συγγραφέων σχολιαστών – που κατά την άποψή μου είναι και το πλέον ενδιαφέρον –βρίσκονται τα προβλήματα της Τέχνης του Πολέμου.  Ποια είναι αυτά; Πρώτον, η υπερτίμηση του πνευματικού-ηθικού-παράγοντα και η υποτίμηση του υλικού. Οι συγγραφείς αναδεικνύουν το συγκεκριμένο θέμα μέσα από το κείμενο και επικαλούνται ιστορικά παραδείγματα από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετέπειτα, όπως την ήττα των Γάλλων στο Dien Bien Phu, για να καταδείξουν το ρόλο των υπέρτερων δυνάμεων στο θέατρο των επιχειρήσεων. 

 

Στο σημείο αυτό θα επιστρέψω για λίγο στο προηγούμενο κεφάλαιο και στο ζήτημα της πυρηνικής αποτροπής. Διότι, όντως, η πυρηνική αποτροπή εμπεριέχει το ψυχολογικό στοιχείο του εκβιασμού του αντιπάλου. Ωστόσο, εμπεριέχει και το υλικό στοιχείο. Και αν φθάσουμε σε αυτό το σημείο, που φυσικά όλοι το απεύχονται, τότε τόσο η Κίνα, ακόμη δε περισσότερο η Βόρεια Κορέα, που αναφέρεται επίσης ως παράδειγμα, υστερούν. Η μεν πρώτη, αριθμητικά, σε μία κατηγορία όπλων που η καταστροφική τους ικανότητα αυξάνεται με γεωμετρική πρόοδο, η δε Βόρεια Κορέα για τον ίδιο λόγο, αλλά και, όπως υπογραμμίζει ο Raymond Aron, στο Le Grand Débat, διότι δεν διαθέτει “capacitéd’encaissement”.

 

Δεύτερο πρόβλημα είναι η ότι η Τέχνη του Πολέμου καθιστά αυτοσκοπό την αποφυγή κόστους είτε στις φίλιες δυνάμεις είτε στις εχθρικές. Σε αυτό το σημείο αναφέρονται στην αντίφαση που υπάρχει μεταξύ του εκμεταλλεύσου τις αδυναμίες του αντιπάλου και άφησε τον αδύναμο και υποχωρούντα αντίπαλο να φύγει. Εδώ, στο κεφάλαιο 4.2, θα αναδειχθεί – με τρόπο και με μία αναλογία που μού αρέσουν – το ζήτημα του τι θα είχε συμβεί αν οι Συρακούσιοι, ο Κολοκοτρώνης και οι Σοβιετικοί είχαν αφήσει τους Αθηναίους, τον Δράμαλη ή τους Ναζί στο Στάλινγκραντ να αποχωρήσουν ανενόχλητοι. Είναι επίσης στο σημείο αυτό που οι συγγραφείς αναφέρονται στη σχέση της Τέχνης του Πολέμου με τον Ταοϊσμό, την φιλοσοφία της αρμονίας και της τάξης στον κόσμο, η οποία εμφανίζει τον πόλεμο ως αναγκαίο κακό και οδηγεί στη διεξαγωγή του με το μικρότερο κόστος. «Η μέριμνα για την αποφυγή του κόστους είναι εμφανέστατη» στο χωρίο VI.3, γράφουν οι Πλατιάς και Κολιόπουλος (σελ. 153). Και εδώ μπορεί να αναρωτηθεί κανείς αν και κατά πόσο, στο ζήτημα της πυρηνικής αποτροπής, η στρατηγική των Κινεζικών δυνάμεων, που κατά ίδιους, αλλά και άλλους συγγραφείς επηρεάζεται από την Τέχνη του Πολέμου, είναι προετοιμασμένη να αναλάβει το τεράστιο κόστος σε μία προοπτική ή ένα ενδεχόμενο πυρηνικής ανταλλαγής.

Το τρίτο πρόβλημα είναι η απόσταση θεωρίας και πράξης, κάτι που οι συγγραφείς θεωρούν «χαρακτηριστικό που εμφανίζεται συχνά στην κινεζική στρατιωτική σκέψη». Από τον σχολιασμό τους, αλλά και τη μελέτη της Τέχνης του Πολέμου, πολλές από τις συμβουλές για να εφαρμοσθούν χρειάζονται ένα ιδανικό περιβάλλον, ιδανικούς ανθρώπους και όλα να λειτουργήσουν «ρολόι»…

 

Προσωπικά, στο σημείο αυτό, θα προσέθετα και ένα τέταρτο πρόβλημα ή θα αναδείκνυα περισσότερο το ζήτημα του αποφθεγματικού λόγου. Είναι το ίδιο πρόβλημα με τα βιβλία-οδηγούς του καλού μάνατζερ ή του ορθού τρόπου για να αποφασίζει κάποιος. Ασφαλώς είναι χρήσιμο να έχει κάποιος καταλόγους με προϋποθέσεις ή με δράσεις για επιτυχία που προέρχονται κατευθείαν από τα κείμενα της στρατηγικής, όπως στο παράρτημα του βιβλίου. Τουλάχιστον, σε αυτήν την περίπτωση, οι στρατιωτικοί ή οι μάνατζερς έχουν ένα πρώτο οδηγό ή μία πυξίδα ή μία βάση εκκίνησης για τη μελέτη και την ανάπτυξη, στη συνέχεια, ικανοτήτων (“skills”) στρατηγικής σκέψης. Ωστόσο, αναρωτιέμαι, κατά πόσο στην εξέλιξη του πολέμου ή της μάχης έχει το χρόνο ο ηγέτης να σκέφτεται τα συγκεκριμένα πρέπει του Σουν Τσου ή του οποιουδήποτε αντίστοιχού του. Ίσως βέβαια είναι θέμα δυτικόστροφης εκπαίδευσης ή συγκρότησής μου, αλλά προτιμώ τις προσεγγίσεις του Clausewitz και, ακόμη περισσότερο, του Θουκυδίδη, στις οποίες το συμπέρασμα και η γενίκευση είναι αποτέλεσμα μίας πνευματικής αναζήτησης και διεργασίας, η οποία σου επιτρέπει να δημιουργήσεις τους απαραίτητους πνευματικούς μηχανισμούς ή και αυτοματισμούς της απόφασης, όπως περιγράφεται και αναδεικνύεται από το μοντέλο διαδικασίας απόφασης της Κυβερνητικής (Cybernetics).

 

Τέλος, κλείνοντας το κεφάλαιο και ουσιαστικά την εισαγωγή τους, οι συγγραφείς καταλήγουν ορθώς στο «μηδέν άγαν», ότι η χρησιμότητα της Τέχνης του Πολέμου φθάνει μέχρι ενός σημείου και, ακόμη περισσότερο, στην ακροτελεύτια παράγραφο, με αναφορά στον Collin Grey, ότι τα τρία έργα, ο Πόλεμος, η Τέχνη του Πολέμου και το Περί Πολέμου, κατά κάποιο τρόπο αλληλοσυμπληρώνονται και αποτελούν τη σταθερή βάση της στρατηγικής σκέψης.

Θα περάσω τώρα στο ίδιο το έργο, την Τέχνη του Πολέμου.

 

Η θεωρία του Sun Tzu είναι μια γενική θεωρία του ελέγχου. Αποτελείται από δύο σκέλη. Το πρώτο διδάσκει τον έλεγχο της πολυπλοκότητας του πολέμου στο σύνολό της. Μέσω του αποτελεσματικού ελέγχου της διδάσκει το πώς να νικάς. Όποιος μπορέσει να ελέγξει την πολυπλοκότητα του πολέμου είναι σχεδόν κατά κανόνα ο νικητής. Το δεύτερο σκέλος, διδάσκει τον έλεγχο επί του εχθρού, καθώς ο πόλεμος είναι ένα πολύπλοκο σύστημα, με κυρίαρχη την ανθρώπινη διάσταση. Με τον αποτελεσματικό έλεγχο της ανθρώπινης διάστασης μπορεί κανείς να πετύχει τον έλεγχο του συστήματος, δηλαδή του πολέμου.

Η εν λόγω άποψη είναι παρόμοια με εκείνη του Joseph Wylie, αλλά και του John Boyd που ανεξάρτητα καταλήγουν σε παρόμοια συμπεράσματα με εκείνα του Sun Tzu. Η εν λόγω σύγκλιση, σύμφωνα με κάποιους μελετητές, επιβεβαιώνει τις προτάσεις του Handel ότι η βασική λογική της στρατηγικής είναι καθολική και ότι δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα όπως μία αποκλειστικά «δυτική» ή «ανατολική» («ασιατική») προσέγγιση στη στρατηγική (2).

 

Αυτή είναι, όπως ήδη ανέφερα, η υφέρπουσα παραδοχή και στην συγγραφή του κειμένου των Πλατιά και Κολιόπουλου. Ωστόσο υπάρχει και η άλλη άποψη, η οποία με προβληματίζει και η οποία, αφενός σε μία ακαδημαϊκή συζήτηση δεν πρέπει να παραβλεφθεί, αφετέρου, μπορεί να έχει πρακτικές συνέπειες.

 

Η άλλη άποψη υποστηρίζει ότι η Τέχνη του Πολέμου έχει περισσότερες φορές αναφερθεί παρά μελετηθεί, και ακόμη λιγότερο έχει γίνει κατανοητή. Και τούτο, διότι οι περισσότεροι αναγνώστες βλέπουν την Τέχνη του Πολέμου ως ένα εγχειρίδιο του πολέμου και όχι ως ένα έργο φιλοσοφίας. Στην πραγματικότητα είναι και στρατιωτικό εγχειρίδιο και φιλοσοφικό κείμενο, έκφραση του ταοϊκού κανόνα ή της αντίληψης του «τρόπου» ή του «δρόμου» προς την τάξη της αρμονίας. Όπως σημειώνει o Coker, «ακριβώς επειδή είναι ένα έργο φιλοσοφίας, η μελέτη του καθίσταται δύσκολη. Όπως πολλά φιλοσοφικά έργα (ανατολικά και δυτικά) τα σημαντικά διδάγματά του βρίσκονται κάτω από την επιφάνεια». (3)

 

Και το ερώτημα που ακολουθεί είναι: έχουμε το γνωσιολογικό και το βιωματικό υπόβαθρο για να διεισδύσουμε «κάτω από την επιφάνεια» και να αντιληφθούμε το συγκεκριμένο έργο; Διότι αν η συγκεκριμένη άποψη είναι λανθασμένη, τότε, έχοντας υιοθετήσει την περί οικουμενικότητας της στρατηγικής σκέψης άποψη, έχουμε κάνει σωστά τη δουλειά μας και οι προτάσεις μας επί συγκεκριμένων ζητημάτων δεν στηρίζονται σε λανθασμένες παραδοχές. Αν όμως όχι, τότε οι  εξ αιτίας της λανθασμένης προσέγγισης εσφαλμένες μας εκτιμήσεις και προτάσεις, μπορούν να έχουν σημαντικές συνέπειες. Ειλικρινά, δεν μπορώ να απαντήσω, καθώς δεν είμαι ειδικός ούτε στην Κίνα, ούτε στην κινεζική σκέψη.

 

Τούτο βεβαίως δεν σημαίνει ότι η προσέγγιση της οικουμενικής αντίληψης της θεωρίας του πολέμου δεν είναι κυρίαρχη ή χρήσιμη. Κάθε άλλο. Ωστόσο, και αυτό θέλω να αναδείξω, θα πρέπει στις αναλύσεις μας να λαμβάνεται υπόψη και η αντίθετη, μειοψηφούσα, προσέγγιση.

 

Τέτοια παραδείγματα, παρά το ότι είναι λίγα, υπάρχουν, όπως στην χαρακτηριστική περίπτωση του πολύ γνωστού μας John Mearsheimer (4), στο κείμενό του Can China Rise Peacefully? Ο Mearsheimer, υιοθετώντας την  περί οικουμενικότητας της στρατηγικής (και της πολιτικής) αντίληψη, καταρχάς αναρωτιέται: “Why should we expect China to act differently than the United States? Are the Chinese more principled than we are? More ethical? Are they less nationalistic? Less concerned about their survival? They are none of these things, of course, which is why China is likely to follow basic realist logic and attempt to become a regional hegemon in Asia.”

Στη συνέχεια, σε ένα υποκεφάλαιο που θυμίζει έντονα τα διδάγματα της Τέχνης του Πολέμου και δείχνει ότι ο ίδιος τα λαμβάνει υπόψη του, θέτει το ζήτημα: “Why China Cannot Disguise Its Rise”. Απαντάει: “One might argue that, yes, China is sure to attempt to dominate Asia, but there is a clever strategy it can pursue to achieve that end peacefully. Specifically, it should follow Deng Xiaoping’s famous maxim that China keep a low profile and avoid becoming embroiled in international conflicts as much as possible. His exact words were ‘Hide our capacities and bide our time, but also get some things done’…”

 

Τέλος, εξετάζει και την πιθανότητα του να αναπτυχθεί η Κίνα σε ηγεμονική δύναμη ειρηνικά, για δύο λόγους, μεταξύ των οποίων τον έναν αποκαλεί: “Confucian Pacifism” (ο άλλος είναι η οικονομική αλληλεξάρτηση). Γράφει: “An especially popular claim among Chinese is that their country can rise peacefully because it has a deeply Confucian culture. Confucianism, they argue, not only promotes moral virtue and harmony but also explicitly rules out acting aggressively toward neighboring countries. Instead, the emphasis is on self-defense. China, so the argument goes, has historically acted in accordance with the dictates of Confucianism and has not behaved like the European great powers, Japan, or the United States, which have launched offensive wars in pursuit of hegemony and generally acted according to the dictates of realism. China, in contrast, has behaved much more benignly toward other states: it has eschewed aggression and pursued “humane authority” instead of “hegemonic authority.” …”  Σε αυτό λοιπόν το κείμενο βλέπουμε τον Mearsheimer να υιοθετεί ως κεντρική γραμμή ανάλυσης τη δυτικόστροφη προσέγγιση, να μην απορρίπτει ωστόσο χωρίς εξέταση και την αντίθετης φιλοσοφίας μεθοδολογία. Τούτη η προσέγγιση είναι θεωρώ το καλύτερο αλλά και το περισσότερο που μπορούμε να κάνουμε μπροστά σε κείμενα ενός διαφορετικού φιλοσοφικού και πολιτισμικού ιδιώματος.

 

Προς αυτό πάντως το ιδίωμα η εργασία των Πλατιά και Κολιόπουλου και η δική τους, νέα, μετάφραση του έργου του Σουν Τσου, ανοίγουν ένα καινούργιο και με ακρίβεια χαραγμένο δρόμο, που αξίζει, κατά την άποψή μου, να δημοσιευθεί και στα Αγγλικά, με την ευχή να έχει την ίδια επιτυχία που είχε η αγγλική έκδοση της δουλειάς τους στον Θουκυδίδη (Thucydides on Strategy).

----

1. Την επιχειρηματολογία μου επί του θέματος, δηλαδή γιατί «Πόλεμος» και όχι «Πελοπονησιακός πόλεμος», δες στο Ηλίας Κουσκουβέλης, Θεωρία απόφασης στον Θουκυδίδη, Εκδόσεις Πανεπιστημίου Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη, 2015.

2.  Βλ. Yuen, Derek M. C. (2008), “Deciphering Sun Tzu”, Comparative Strategy, 27: 2, 183-200.

 Ibid.

 3. Christopher Coker (2003), What would Sun Tzu say about the war on terrorism?, The RUSI Journal, 148:1, 17.

4.  The National interest, October 25, 2014, http://nationalinterest.org/commentary/can-china-rise-peacefully-10204.

JSN Yoyo template designed by JoomlaShine