Ανακοινώσεις

Το φάσμα του πυρηνικού ολέθρου, που δέσποζε απειλητικό πάνω από τον κόσμο επί σειρά δεκαετιών, σε μεγάλο βαθμό θεωρήθηκε ότι έλαβε τέλος (ή έστω, απομακρύνθηκε σημαντικά) με το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Το ενδεχόμενο μιας κρίσης η οποία θα οδηγούσε σε μια «πυρηνική ανταλλαγή» μεταξύ των μεγάλων πυρηνικών δυνάμεων, στο πλαίσιο του δόγματος MAD (Mutual Assured Destruction- Επιβεβαιωμένη Αμοιβαία Καταστροφή) για πολλά χρόνια φάνταζε μακρινό, ενώ, ακόμα και σε επίπεδο πυρηνικών ατυχημάτων - αν και οι μνήμες του Τσέρνομπιλ παραμένουν ζωντανές μέχρι σήμερα- ο συγκεκριμένος φόβος φάνηκε να υποχωρεί, λόγω της προόδου της τεχνολογίας (παρά τους προβληματισμούς σχετικά με την κατάσταση πολλών πυρηνικών σταθμών σε χώρες του πρώην σοβιετικού μπλοκ).

Βεβαίως, η νέα εποχή έφερε και νέες ανησυχίες στον συγκεκριμένο τομέα, βασική εκ των οποίων ήταν ο κίνδυνος διασποράς πυρηνικών όπλων στον κόσμο – ειδικά όσον αφορά στη μοίρα σοβιετικών πυρηνικών κεφαλών και πυρηνικού υλικού εν γένει μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ- σε συνδυασμό με την άνοδο της τρομοκρατικής απειλής: Όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό, μια πυρηνική κεφαλή στα χέρια τρομοκρατών αποτελεί τον «απόλυτο εφιάλτη» των υπηρεσιών ασφαλείας ανά τον κόσμο.

Στα μέσα της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα, το σκηνικό έχει αλλάξει σημαντικά σε σχέση με τις αρχές του: Με το πρωτοφανές τρομοκρατικό μόρφωμα του ISIS να προκαλεί «σεισμούς» εντός και εκτός Μέσης Ανατολής (με πιθανές φιλοδοξίες πυρηνικού/ βιολογικού/ χημικού χαρακτήρα), την ολοένα και αυξανόμενη διαφαινόμενη αντιπαλότητα μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας στον Ειρηνικό, τη δυναμική «επανεμφάνιση» της Ρωσίας του Βλάντιμιρ Πούτιν (και την ψύχρανση των σχέσεων με τη Δύση μετά την κρίση στην Ουκρανία), αλλά και την πυρηνική τραγωδία της Φουκουσίμα, το «φάντασμα» της πυρηνικής απειλής δείχνει, αν όχι να έχει «ξαναξυπνήσει», ικανό να το κάνει.

Σε αυτό το πλαίσιο, ιδιαίτερη είναι η σημασία της τέταρτης και τελευταίας Nuclear Security Summit που θα λάβει χώρα στις 31 Μαρτίου- 1 Απριλίου 2016, στο Walter E. Convention Center στην Ουάσινγκτον (είχαν προηγηθεί άλλες τρεις, στην Πράγα το 2009, στη Σεούλ το 2012 και στη Χάγη το 2014) . Στο επίκεντρό της βρίσκεται το φλέγον ζήτημα της πυρηνικής τρομοκρατίας, και ειδικότερα η έκταση της απειλής και τα βήματα που πρέπει να γίνουν για τη μείωση της χρήσης υψηλά εμπλουτισμένου ουρανίου, την ασφάλιση επικίνδυνων υλικών, την αντιμετώπιση του λαθρεμπορίου πυρηνικού υλικού και την αποτροπή προσπαθειών προς την κατεύθυνση της πυρηνικής τρομοκρατίας. Οι ΗΠΑ, ειδικότερα, επιδιώκουν μια ενισχυμένη αρχιτεκτονική πυρηνικής ασφαλείας, οποία θα είναι εκτενής, βασισμένη σε διεθνή στάνταρ και έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση των διεθνών αποθεμάτων πυρηνικού υλικού που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σε όπλα. «Δεν μπορούμε να περιμένουμε για μια ενέργεια πυρηνικής τρομοκρατίας πριν αρχίσουμε να συνεργαζόμαστε για τη συλλογική βελτίωση της κουλτούρας μας στην πυρηνική ασφάλεια» αναφέρει σχετικά η Λόρα Χόλγκεϊτ, ειδική σύμβουλος του προέδρου των ΗΠΑ και Senior Director for Weapons of Mass Destruction Terrorism and Threat Reduction στo Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας των ΗΠΑ.
Πυρηνική τρομοκρατία

Την ακριβή έννοια της πυρηνικής τρομοκρατίας εξηγεί ο Ηλίας Κουσκουβέλης, καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Κοσμήτορας της Σχολής ΚΑΕΤ και πρώην πρύτανης, καθώς και κάτοχος της Έδρας ΓΕΕΘΑ στις Στρατηγικές Σπουδές «Θουκυδίδης».

Πυρηνική τρομοκρατία, όπως επισημαίνει, είναι η με χρήση ή με απειλή χρήσης πυρηνικών όπλων επίτευξη πληγμάτων ή και άλλων στόχων (πολιτικών, οικονομικών) κατά αντιπάλων. «Τα πυρηνικά είναι, μαζί με τα χημικά, τα βιολογικά και τα ραδιολογικά, όπλα μαζικής καταστροφής, που σημαίνει ότι οι καταστροφικές συνέπειές τους είναι ευρύτατες τόσο στο παρόν, όσο και στο μέλλον. Δυστυχώς υπάρχουν οι εικόνες της καταστροφής από τη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι ή από εκατοντάδες πυρηνικές δοκιμές, που μπορούν εύκολα να χρησιμοποιηθούν ως υπόστρωμα για την πρόκληση μαζικής υστερίας, η οποία θα αποτελέσει το κύριο εργαλείο επίτευξης των στόχων οιουδήποτε πυρηνικού εκβιασμού» τονίζει ο κ. Κουσκουβέλης.

Όσον αφορά στους στόχους της Συνόδου για την πυρηνική ασφάλεια, υπογραμμίζει πως δεν σχετίζονται με τα στρατηγικά όπλα και τους κινδύνους για τα κράτη και την ανθρωπότητα που μπορεί να προκαλέσουν τα υφιστάμενα και υπό τον έλεγχο των κρατών πυρηνικά όπλα, καθώς στόχος είναι να συντονισθούν τα κράτη ώστε να προστατεύσουν αποτελεσματικά το πυρηνικό υλικό, να εξαλείψουν την τυχόν «μαύρη αγορά» και να σταματήσουν το λαθρεμπόριο πυρηνικού υλικού. «Οι Σύνοδοι αυτές και τα μέτρα που συμφωνούνται έρχονται να ενισχύσουν το υφιστάμενο θεσμικό και πολιτικό πλαίσιο της Συνθήκης μη διάδοσης πυρηνικών όπλων του 1968,1 αλλά και πολιτικές, ιδιαίτερα μετά την διάσπαση της Σοβιετικής Ένωσης, που είχαν ως στόχο να μην πέσουν πυρηνικά όπλα ή υλικό στα χέρια άλλων κρατών ή τρομοκρατικών ομάδων. Η συγκεκριμένη πολιτική είναι και στόχος της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφαλείας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΚΕΠΠΑ) και υιοθετήθηκε στη Συνθήκη του Μάαστριχτ, το 1992».

Όπως σημειώνει ο κ. Κουσκουβέλης, τόσο η επερχόμενη σύνοδος, όσο και οι προαναφερθείσες συνθήκες και συμφωνίες, στηρίζονται στη λογική πως όσο λιγότερα κράτη διαθέτουν πυρηνικά όπλα, τόσο μικρότερος είναι ο κίνδυνος πυρηνικού ολοκαυτώματος. «Η συγκεκριμένη άποψη ασφαλώς έχει δεχθεί κριτική, τόσο από κράτη που εξακοντίζουν την κατηγορία ότι τα πυρηνικά κράτη έχουν και θέλουν να κρατήσουν ένα κλειστό κλαμπ, ώστε να διατηρήσουν την υπεροχή τους έναντι των υπολοίπων, όσο και από ορισμένους επιστήμονες, όπως ο πολύ γνωστός Kenneth Waltz, που υποστήριξε ότι η κατοχή πυρηνικών από περισσότερα κράτη θα δημιουργούσε ένα σταθερότερο κόσμο».

Η ισορροπία πυρηνικών εξοπλισμών στον σημερινό κόσμο
Ωστόσο, πέραν από την απειλή της πυρηνικής τρομοκρατίας, αξίζει να εξετάσει κανείς και τα υπάρχοντα πυρηνικά οπλοστάσια στην κατοχή χωρών: Όπως υποδεικνύουν εκτιμήσεις του SIPRI (Stockholm International Peace Research Institute) για το 2015, οι μεγαλύτερες πυρηνικές δυνάμεις στον κόσμο είναι προφανώς οι ΗΠΑ και η Ρωσία, με 2.080 και 1.780 πυρηνικές κεφαλές επιχειρησιακά έτοιμες προς χρήση, και 5.180 και 5.720 αποθηκευμένες αντίστοιχα (συνολικά 7.260 και 7.500). Ακολουθούν η Μ. Βρετανία (150 και 65, σύνολο 215), η Γαλλία (290 και 10, σύνολο 300), η Κίνα (260 πυρηνικές κεφαλές), η Ινδία (μεταξύ 90 και 110) και το Πακιστάν (100-120). Στη λίστα συμπεριλαμβάνονται επίσης το Ισραήλ (που, αν και δεν έχει παραδεχθεί ποτέ ανοικτά ότι διαθέτει πυρηνικό οπλοστάσιο, το SIPRI εκτιμά ότι διαθέτει 80 πυρηνικές κεφαλές- αν και άλλες αναλύσεις αυξάνουν τον αριθμό αυτό αισθητά), καθώς και η Βόρεια Κορέα (το SIPRI εκτιμά ότι διαθέτει 6 με 8).

Σε αυτό το σημείο αξίζει να γίνει ειδική αναφορά στην περίπτωση του Ιράν: Το πυρηνικό του πρόγραμμα αποτέλεσε το βασικό αίτιο μας μακράς αντιπαλότητας της Τεχεράνης με τη Δύση, λόγω των προβληματισμών περί επιδίωξης του Ιράν να αποκτήσει πυρηνικά όπλα, κάτι που θεωρείται ότι θα προκαλούσε έντονες αναταράξεις στην περιοχή, οδηγώντας πιθανώς και σε μια πυρηνική κούρσα εξοπλισμών μεταξύ της Σαουδικής Αραβίας και του Ιράν, με απρόβλεπτες συνέπειες. Η επίτευξη συμφωνίας χαιρετίστηκε ως μια μεγάλη νίκη/ επιτυχία της διπλωματίας (και της αμερικανικής ειδικότερα). Ωστόσο, εξακολουθούν να υφίστανται προβληματισμοί σχετικά με τις προθέσεις της Τεχεράνης, ειδικά μετά τη δοκιμή πυραύλου των Οκτώβριο, ο οποίος είναι ικανός να φέρει πυρηνική κεφαλή, και θεωρείται ότι είναι κατά παράβαση ψηφίσματος του ΟΗΕ. Η αντίδραση του Λευκού Οίκου ήταν ότι δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο επιβολής νέων κυρώσεων, με το Ιράν να ξεκαθαρίζει ότι κάτι τέτοιο θα έθετε σε κίνδυνο τη συμφωνία.

Όσον αφορά πάντως στο σύνολο των υπαρχόντων πυρηνικών όπλων παγκοσμίως, υπολογίζεται στις 4.300 πυρηνικές κεφαλές έτοιμες για χρήση και 11.545 άλλες/ αποθηκευμένες – συνολικά 15.850. «Ο αριθμός αυτός φαίνεται και είναι όντως μεγάλος. Ωστόσο, είναι πολύ μικρότερος από τον αριθμός των περίπου 12000 πυρηνικών κεφαλών σε επιχειρησιακή κατάσταση που διέθετε εκάστη των υπερδυνάμεων κατά τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου το 1989» σημειώνει ο κ. Κουσκουβέλης, επισημαίνοντας παράλληλα ότι η αποκαλούμενη «σταθερή» πυρηνική ισορροπία/ πυρηνική αποτροπή (nuclear deterrent) υφίσταται μόνο μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας.

«Δηλαδή, ότι, λόγω αριθμού κεφαλών και ποικιλότητας συστημάτων μεταφοράς (πυραύλων και αεροσκαφών), καμία πλευρά δεν έχει κίνητρο να αναλάβει μία επίθεση εναντίον της άλλης, λόγω της βεβαιότητας αμοιβαίας καταστροφής. Αντίθετα, οι υπόλοιπες δυνάμεις μπορεί να έχουν μία αποτρεπτική ικανότητα έναντι των δύο υπερδυνάμεων, ωστόσο, στην περίπτωση του απευκταίου και εντός της περίεργης για τον μέσο πολίτη "λογικής" του πυρηνικού πολέμου, δεν μπορούν να "νικήσουν" καμία από τις δύο».

Όσον αφορά στις συνθήκες που είναι σε ισχύ, η συνθήκη που διέπει τη στρατηγική ισορροπία ΗΠΑ και Ρωσίας είναι η «Νέα» START (New Strategic Arms Reduction Treaty), που υπεγράφη στις 8 Απριλίου 2010 και άρχισε να ισχύει στις 5 Φεβρουαρίου 2011. Οι στόχοι της πρέπει να επιτευχθούν σε επτά χρόνια, δηλαδή μέχρι τον Φεβρουάριο του 2018 και έχει δεκαετή διάρκεια (μέχρι το 2021), με δυνατότητα ανανέωσης. Σκοπός είναι ο περιορισμός να περιοριστούν οι πυρηνικές κεφαλές σε επιχειρησιακή κατάσταση στις 1550, τοποθετημένες σε 700 στρατηγικά μέσα μεταφοράς (πυραύλους, αεροσκάφη). Τα επίπεδα αυτά είναι κατώτερα κατά 30% των προβλεπομένων από την προηγούμενη Συνθήκη (Strategic Offensive Reductions Treaty – SORT) του 2002.
Όπως σημειώνει ο κ. Κουσκουβέλης, σημαντική για την Ευρώπη είναι και η χωρίς χρονικό περιορισμό Συνθήκη INF (Intermediate Nuclear Forces Treaty) του 1987, η Συνθήκη απαγόρευσης στην Ευρώπη όλων των μικρού, μέσου και ενδιαμέσου βεληνεκούς πυραύλων (από 500 έως 5500 χλμ), γνωστών εκείνη την εποχή και ως «ευρωπυραύλων». «Στη βάση της εν λόγω Συνθήκης καταστράφηκαν περίπου 2700 πύραυλοι των δύο κρατών, απαλλάσσοντας την ευρωπαϊκή ήπειρο από μία κατάσταση ασταθούς πυρηνικής ισορροπίας».

Πόσο πραγματική είναι στα αλήθεια σήμερα η πυρηνική απειλή;

Οι αριθμοί σίγουρα φαντάζουν απειλητικοί, και όσα βλέπουν κατά καιρούς το φως της δημοσιότητας περί πυρηνικών «φιλοδοξιών» του ISIS δεν είναι ακριβώς καθησυχαστικά. Ωστόσο, ο κ. Κουσκουβέλης συνιστά ψυχραιμία: «Θα έλεγα ότι ο κίνδυνος είναι μικρός, καθώς πλέον η κατάσταση στη Ρωσία και στις πρώην Σοβιετικές Δημοκρατίες έχει πλέον σταθεροποιηθεί. Ξεκινάω με αυτό, αφού στη δεκαετία του 1990 η προσοχή όλων των Δυτικών κρατών και των υπηρεσιών τους ήταν στραμμένη προς αυτήν την κατεύθυνση. Ούτε εκτιμώ ότι μπορούν να προμηθευτούν κάποιο πυρηνικό από εκείνα τα κράτη που τα διαθέτουν, πολύ απλά διότι δεν συμφέρει αυτά που κατέχουν πυρηνικά να τα αποκτήσει και κάποιος άλλος».

Στην «άλλη πλευρά του λόφου», βεβαίως, ο κίνδυνος ενός πυρηνικού τρομοκρατικού πλήγματος δεν θα έπρεπε να προσπερνάται ελαφρά τη καρδία: «Πάντα υπάρχει πιθανότητα να περιέλθει στα χέρια κάποιας τρομοκρατικής ομάδας ή οργάνωσης κάποιο πυρηνικό όπλο. Τα πυρηνικά είναι μία κατηγορία όπλων που κανένας δεν μπορεί να μην λειτουργεί με βάση το χειρότερο πιθανό σενάριο, ακόμη και όταν εκτιμάται πως ο κίνδυνος να "ξεφύγει" κάποιο είναι χαμηλός. Η περίπτωση του ISIS/Daesh ασφαλώς προβληματίζει, καθώς οι τζιχαντιστές χρησιμοποιούν μεθόδους που προκαλούν φόβο μαζικά και σε μεγάλη κλίμακα και, εκτιμώ, πως αν είχαν τη δυνατότητα να αποκτήσουν κάποιο πυρηνικό όπλο, δεν θα δίσταζαν να το πράξουν».

Διαβάστε επίσης:

  • «Αποτροπή και πυρηνική στρατηγική στον Ψυχρό Πόλεμο», Ηλίας Κουσκουβέλης, Ποιότητα, Αθήνα, 2015
  • «Διασπορά Όπλων Μαζικής Καταστροφής» (Ηλ. Κουσκουβέλης και Φ. Μπέλλου) στο «Διεθνείς Σχέσεις Σύγχρονη Θεματολογία και Προσεγγίσεις» (Τριανταφύλλου, Υφαντής, Χατζηβασιλείου - επιμέλεια), Παπαζήσης, Αθήνα, 2008
  • «The Spread of Nuclear Weapons: More May Better» Kenneth Waltz, Adelphi Number 171, London, International Institute for Strategic Studies, 1981

Δημοσιεύτηκε στη Huffington Post

Thucydides chair

by
Mohammed Kamal, Professor at the University of Cairo, Egypt
and Ilias Kouskouvelis, Professor at the University of Macedonia, Greece.

Greece and Egypt are cornerstones of stability in the Eastern Mediterranean. Their interactions are more than two and a half millennia long, and their diplomatic relations date back to 1833. The Egyptian city of Alexandria founded by Alexander the Great in 331 BC, is a living testament of the depth of the relationship between the two Mediterranean nations. Today, again, the Mediterranean maritime highway offers the opportunity for a new chapter of cooperation in two important areas: security and energy. In these two domains the two countries have important interests in common.

Greece and Egypt face uncertain and competitive regional environment. Both countries have dealt with Turkish provocations. At the same time, they face the negative consequences of instability in three countries of the larger Eastern Mediterranean area, Syria, Iraq, and Libya. Greece has received millions of refugees from Syria and Iraq, while Egypt hosts already hundreds of thousands of Syrians. Egypt has already been the victim of religious extremism, while Greece lives with the anxiety of a future, similar and tragic, experience. And this is not all. Egypt's border with the post-Kaddafi Libya has turned into a gate to smuggle terrorists and weapons into Egypt. Greece, just across the Mediterranean Sea from Libya, is not far from facing the threats emanating from that country.

To tackle the issue of security, the Egyptian and Greek ministers of defense, Sedki Sobhi and Panos Kammenos, met in April 2015, and discussed the possibilities to "enhance cooperation and military relations between the armed forces of both countries". A month later, Greece's Air Force units arrived in Egypt and participated in the joint Egyptian-Greek air force exercises "Horus 2015", and in December 2015, Egyptian navy and air force units left for Greece and participated in the joint exercise "Medusa 2015". Combating terrorism, smuggling, sea piracy and illegal migration are also on the agenda of security cooperation between the two countries.

The Greek and the Egyptian governments have the obligation to provide security for their peoples. Yet, given the hard economic situation in both countries, they have a rather more important and pressing mission: to provide them with development and economic prosperity. It is precisely at this time that they have the opportunity to take advantage of the great gifts that the Mediterranean has kept secret for so many centuries. Particularly, for Egypt, the recent discovery at the Zohr field was internationally characterized as great "gift". It contains 30 trillion cubic feet (Tcf) of natural gas (equivalent to 5.5 billion oil barrels), making it is the largest ever discovery of gas in the Mediterranean. On the other side, Greece expects to discover similar gifts under the bottom of the sea but, most important, Greece may benefit from the exploitation of the Egyptian field, as well as those of Cyprus and Israel, and enjoy a stable energy flow from friendly countries. Moreover, it may contribute to the safe transport or the channelling of these resources towards Europe.

This month, Greece, Egypt, and Cyprus agreed to speed up talks to fix sea boundaries in the Eastern Mediterranean, as part of their efforts to turn the region into an offshore energy hub. Egyptian President Abdel Fattah al-Sisi, Greek Prime Minister Alexis Tsipras and Cyprus' President Nikos Anastasiades met in Athens for the third time this year, and they have discussed how they could take advantage of gas reserves. The leaders have also discussed other possible areas of cooperation, such as tourism, investment, and energy projects, including the potential construction of a pipeline, depending obviously on the level of gas reserves to be found.

We believe that the Mediterranean highway offers many other opportunities. Besides security and energy, it can increase bilateral trade, and enhance dialogue among civilizations. Moreover, given the fact that Cyprus is also an EU member state, Greece and Cyprus may help explain Egypt's positions to the EU, and contribute to advancing economic relations between them. Last but not least, Egypt and Greece have a lot to gain from scientific cooperation – an endeavour that we have already initiated. Cooperation between Egypt and Greece will not only serve the interests of the two nations but will also contribute to prosperity and stability in the Eastern Mediterranean.

*This commentary expresses personal opinions and is the product of discussions made in the context of a Conference on Greek-Egyptian relations, organized in Thessaloniki, Greece, by "'Thucydides' – the HNDGS Chair in Strategic Studies". First Published on mignatiou.com.  

Ο Καθηγητής Ηλίας Κουσκουβέλης, κάτοςχος της Έδρας Θουκυδίδη συμμετείχε στην παρουσίαση του βιβλίου Η Τέχνη του Πολέμου του Σουν Τσου των Θανάση Πλατιά και Κωνσταντίνου Κολιόπουλου. Παρακάτω μπορείτε να διαβάσετε το κείμενο της ομιλίας του.

 

Eπέλεξα να κάνω δύο πράγματα. 

Πρώτον, θα σας παρουσιάσω τη δουλειά των δύο συναδέλφων, ώστε να έχετε την όσο δυνατόν ακριβέστερη εικόνα, και, δεύτερον, θα διατυπώσω ορισμένες σκέψεις ως προς την προσήκουσα προσέγγισή μας, οικουμενική ή κινεζική, στη μελέτη της Τέχνης του Πολέμου

 

1. Το έργο

Στον πρόλογο οι συγγραφείς αναφέρονται στην ταυτότητα της Τέχνης του Πολέμου. Δέχονται και υποστηρίζουν ότι ο Σουν Τσου δεν υπήρξε ως άτομο, ότι το έργο είναι προϊόν περισσότερων του ενός συγγραφέως και μάλλον τοποθετείται στον 4ο π.Χ. αιώνα. Αναφέρονται επίσης στον αποφθεγματικό χαρακτήρα του έργου και παρουσιάζουν τα πλεονεκτήματα του συγκεκριμένου τρόπου γραφής, τον οποίο στη συνέχεια συγκρίνουν με εκείνον του Clausewitz και του Θουκυδίδη. Διευκρινίζουν ακόμη πως η μετάφρασή τους στηρίζεται στη μετάφραση του Giles, αλλά και άλλων εννέα μεταφράσεων, κυρίως αγγλικών.

 

Ακολουθεί το 1ο Κεφάλαιο, το οποίο συνθέτει και παρουσιάζει τη «θεωρία νίκης» του Σουν Τσου. Τα διαγράμματα/πίνακες που χρησιμοποιούνται για να περιγραφεί κάθε προϋπόθεση της «θεωρίας νίκης», αλλά και η συνολική της παρουσίαση στον πίνακα 8, συμβάλλουν στην καλύτερη κατανόηση του κειμένου. 

 

Στο 2ο κεφάλαιο οι Πλατιάς και Κολιόπουλος προσπαθούν να συνδέσουν την Τέχνη του Πολέμου με την στρατηγική σκέψη, εν γένει. Είναι προφανές ότι αποδέχονται την μία άποψη (από τις 2 που υπάρχουν στη διεθνή βιβλιογραφία), αυτήν περί οικουμενικότητας της στρατηγικής σκέψης, βγάζοντας τον Σουν Τσου από το κινεζικό του πλαίσιο. Με αυτόν το σκοπό, αλλά και ως συνέπεια της επιλογής τους, συγκρίνουν την Τέχνη του Πολέμου με το Περί Πολέμου του Clausewitz και τον Πόλεμο του Θουκυδίδη (1). Καταλήγουν βεβαίως ότι τα τρία κείμενα είναι εξίσου σημαντικά, συνιστούν βάσεις ή εμφορούνται από τον Κλασσικό Ρεαλισμό, ωστόσο, έχω την αίσθηση πως, δικαίως, φαίνεται να αναδεικνύουν ως νικητή, έστω και στα σημεία, τον Θουκυδίδη.

 

Στο ίδιο κεφάλαιο, που είναι και το εκτενέστερό τους, οι συγγραφείς αναδεικνύουν συγκεκριμένες διαστάσεις της σκέψης του Σουν Τσου, πάντα σε συνάρτηση με το σήμερα και τη δυτική σκέψη. Οι θεματικές αυτές είναι, σε υποκεφάλαια: «υψηλή στρατηγική», «σχέση πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας», «τύχη, προβλεψιμότητα και γνώση στον πόλεμο», «άμεση και έμμεση προσέγγιση, παραπλάνηση και αιφνιδιασμός», κ.α. Θα τα διαβάσετε.

 

Στο 3ο κεφάλαιο οι συγγραφείς επιχειρούν να μελετήσουν την «κληρονομιά του Σουν Τσου», ξεκινώντας από την Ανατολική Ασία καιεστιάζοντας στις στρατηγικές που υιοθέτησε ο Μάο Τσε-τουνγκ. Κατ’αντιστοιχία με το έργο του John Boyd, οι συγγραφείς ερευνούν τη σχέση των διδαγμάτων της Τέχνης του Πολέμου με την αεροπορική στρατηγική. Εν συνεχεία, σχολιάζουν τη σχέση της με την πυρηνική στρατηγική, ενώ, ορθώς, δεν παραλείπουν, στο προτελευταίο υποκεφάλαιο, τον ανταρτοπόλεμο.

 

Στο τελευταίο κεφάλαιο της δουλειάς των δύο συγγραφέων σχολιαστών – που κατά την άποψή μου είναι και το πλέον ενδιαφέρον –βρίσκονται τα προβλήματα της Τέχνης του Πολέμου.  Ποια είναι αυτά; Πρώτον, η υπερτίμηση του πνευματικού-ηθικού-παράγοντα και η υποτίμηση του υλικού. Οι συγγραφείς αναδεικνύουν το συγκεκριμένο θέμα μέσα από το κείμενο και επικαλούνται ιστορικά παραδείγματα από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετέπειτα, όπως την ήττα των Γάλλων στο Dien Bien Phu, για να καταδείξουν το ρόλο των υπέρτερων δυνάμεων στο θέατρο των επιχειρήσεων. 

 

Στο σημείο αυτό θα επιστρέψω για λίγο στο προηγούμενο κεφάλαιο και στο ζήτημα της πυρηνικής αποτροπής. Διότι, όντως, η πυρηνική αποτροπή εμπεριέχει το ψυχολογικό στοιχείο του εκβιασμού του αντιπάλου. Ωστόσο, εμπεριέχει και το υλικό στοιχείο. Και αν φθάσουμε σε αυτό το σημείο, που φυσικά όλοι το απεύχονται, τότε τόσο η Κίνα, ακόμη δε περισσότερο η Βόρεια Κορέα, που αναφέρεται επίσης ως παράδειγμα, υστερούν. Η μεν πρώτη, αριθμητικά, σε μία κατηγορία όπλων που η καταστροφική τους ικανότητα αυξάνεται με γεωμετρική πρόοδο, η δε Βόρεια Κορέα για τον ίδιο λόγο, αλλά και, όπως υπογραμμίζει ο Raymond Aron, στο Le Grand Débat, διότι δεν διαθέτει “capacitéd’encaissement”.

 

Δεύτερο πρόβλημα είναι η ότι η Τέχνη του Πολέμου καθιστά αυτοσκοπό την αποφυγή κόστους είτε στις φίλιες δυνάμεις είτε στις εχθρικές. Σε αυτό το σημείο αναφέρονται στην αντίφαση που υπάρχει μεταξύ του εκμεταλλεύσου τις αδυναμίες του αντιπάλου και άφησε τον αδύναμο και υποχωρούντα αντίπαλο να φύγει. Εδώ, στο κεφάλαιο 4.2, θα αναδειχθεί – με τρόπο και με μία αναλογία που μού αρέσουν – το ζήτημα του τι θα είχε συμβεί αν οι Συρακούσιοι, ο Κολοκοτρώνης και οι Σοβιετικοί είχαν αφήσει τους Αθηναίους, τον Δράμαλη ή τους Ναζί στο Στάλινγκραντ να αποχωρήσουν ανενόχλητοι. Είναι επίσης στο σημείο αυτό που οι συγγραφείς αναφέρονται στη σχέση της Τέχνης του Πολέμου με τον Ταοϊσμό, την φιλοσοφία της αρμονίας και της τάξης στον κόσμο, η οποία εμφανίζει τον πόλεμο ως αναγκαίο κακό και οδηγεί στη διεξαγωγή του με το μικρότερο κόστος. «Η μέριμνα για την αποφυγή του κόστους είναι εμφανέστατη» στο χωρίο VI.3, γράφουν οι Πλατιάς και Κολιόπουλος (σελ. 153). Και εδώ μπορεί να αναρωτηθεί κανείς αν και κατά πόσο, στο ζήτημα της πυρηνικής αποτροπής, η στρατηγική των Κινεζικών δυνάμεων, που κατά ίδιους, αλλά και άλλους συγγραφείς επηρεάζεται από την Τέχνη του Πολέμου, είναι προετοιμασμένη να αναλάβει το τεράστιο κόστος σε μία προοπτική ή ένα ενδεχόμενο πυρηνικής ανταλλαγής.

Το τρίτο πρόβλημα είναι η απόσταση θεωρίας και πράξης, κάτι που οι συγγραφείς θεωρούν «χαρακτηριστικό που εμφανίζεται συχνά στην κινεζική στρατιωτική σκέψη». Από τον σχολιασμό τους, αλλά και τη μελέτη της Τέχνης του Πολέμου, πολλές από τις συμβουλές για να εφαρμοσθούν χρειάζονται ένα ιδανικό περιβάλλον, ιδανικούς ανθρώπους και όλα να λειτουργήσουν «ρολόι»…

 

Προσωπικά, στο σημείο αυτό, θα προσέθετα και ένα τέταρτο πρόβλημα ή θα αναδείκνυα περισσότερο το ζήτημα του αποφθεγματικού λόγου. Είναι το ίδιο πρόβλημα με τα βιβλία-οδηγούς του καλού μάνατζερ ή του ορθού τρόπου για να αποφασίζει κάποιος. Ασφαλώς είναι χρήσιμο να έχει κάποιος καταλόγους με προϋποθέσεις ή με δράσεις για επιτυχία που προέρχονται κατευθείαν από τα κείμενα της στρατηγικής, όπως στο παράρτημα του βιβλίου. Τουλάχιστον, σε αυτήν την περίπτωση, οι στρατιωτικοί ή οι μάνατζερς έχουν ένα πρώτο οδηγό ή μία πυξίδα ή μία βάση εκκίνησης για τη μελέτη και την ανάπτυξη, στη συνέχεια, ικανοτήτων (“skills”) στρατηγικής σκέψης. Ωστόσο, αναρωτιέμαι, κατά πόσο στην εξέλιξη του πολέμου ή της μάχης έχει το χρόνο ο ηγέτης να σκέφτεται τα συγκεκριμένα πρέπει του Σουν Τσου ή του οποιουδήποτε αντίστοιχού του. Ίσως βέβαια είναι θέμα δυτικόστροφης εκπαίδευσης ή συγκρότησής μου, αλλά προτιμώ τις προσεγγίσεις του Clausewitz και, ακόμη περισσότερο, του Θουκυδίδη, στις οποίες το συμπέρασμα και η γενίκευση είναι αποτέλεσμα μίας πνευματικής αναζήτησης και διεργασίας, η οποία σου επιτρέπει να δημιουργήσεις τους απαραίτητους πνευματικούς μηχανισμούς ή και αυτοματισμούς της απόφασης, όπως περιγράφεται και αναδεικνύεται από το μοντέλο διαδικασίας απόφασης της Κυβερνητικής (Cybernetics).

 

Τέλος, κλείνοντας το κεφάλαιο και ουσιαστικά την εισαγωγή τους, οι συγγραφείς καταλήγουν ορθώς στο «μηδέν άγαν», ότι η χρησιμότητα της Τέχνης του Πολέμου φθάνει μέχρι ενός σημείου και, ακόμη περισσότερο, στην ακροτελεύτια παράγραφο, με αναφορά στον Collin Grey, ότι τα τρία έργα, ο Πόλεμος, η Τέχνη του Πολέμου και το Περί Πολέμου, κατά κάποιο τρόπο αλληλοσυμπληρώνονται και αποτελούν τη σταθερή βάση της στρατηγικής σκέψης.

Θα περάσω τώρα στο ίδιο το έργο, την Τέχνη του Πολέμου.

 

Η θεωρία του Sun Tzu είναι μια γενική θεωρία του ελέγχου. Αποτελείται από δύο σκέλη. Το πρώτο διδάσκει τον έλεγχο της πολυπλοκότητας του πολέμου στο σύνολό της. Μέσω του αποτελεσματικού ελέγχου της διδάσκει το πώς να νικάς. Όποιος μπορέσει να ελέγξει την πολυπλοκότητα του πολέμου είναι σχεδόν κατά κανόνα ο νικητής. Το δεύτερο σκέλος, διδάσκει τον έλεγχο επί του εχθρού, καθώς ο πόλεμος είναι ένα πολύπλοκο σύστημα, με κυρίαρχη την ανθρώπινη διάσταση. Με τον αποτελεσματικό έλεγχο της ανθρώπινης διάστασης μπορεί κανείς να πετύχει τον έλεγχο του συστήματος, δηλαδή του πολέμου.

Η εν λόγω άποψη είναι παρόμοια με εκείνη του Joseph Wylie, αλλά και του John Boyd που ανεξάρτητα καταλήγουν σε παρόμοια συμπεράσματα με εκείνα του Sun Tzu. Η εν λόγω σύγκλιση, σύμφωνα με κάποιους μελετητές, επιβεβαιώνει τις προτάσεις του Handel ότι η βασική λογική της στρατηγικής είναι καθολική και ότι δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα όπως μία αποκλειστικά «δυτική» ή «ανατολική» («ασιατική») προσέγγιση στη στρατηγική (2).

 

Αυτή είναι, όπως ήδη ανέφερα, η υφέρπουσα παραδοχή και στην συγγραφή του κειμένου των Πλατιά και Κολιόπουλου. Ωστόσο υπάρχει και η άλλη άποψη, η οποία με προβληματίζει και η οποία, αφενός σε μία ακαδημαϊκή συζήτηση δεν πρέπει να παραβλεφθεί, αφετέρου, μπορεί να έχει πρακτικές συνέπειες.

 

Η άλλη άποψη υποστηρίζει ότι η Τέχνη του Πολέμου έχει περισσότερες φορές αναφερθεί παρά μελετηθεί, και ακόμη λιγότερο έχει γίνει κατανοητή. Και τούτο, διότι οι περισσότεροι αναγνώστες βλέπουν την Τέχνη του Πολέμου ως ένα εγχειρίδιο του πολέμου και όχι ως ένα έργο φιλοσοφίας. Στην πραγματικότητα είναι και στρατιωτικό εγχειρίδιο και φιλοσοφικό κείμενο, έκφραση του ταοϊκού κανόνα ή της αντίληψης του «τρόπου» ή του «δρόμου» προς την τάξη της αρμονίας. Όπως σημειώνει o Coker, «ακριβώς επειδή είναι ένα έργο φιλοσοφίας, η μελέτη του καθίσταται δύσκολη. Όπως πολλά φιλοσοφικά έργα (ανατολικά και δυτικά) τα σημαντικά διδάγματά του βρίσκονται κάτω από την επιφάνεια». (3)

 

Και το ερώτημα που ακολουθεί είναι: έχουμε το γνωσιολογικό και το βιωματικό υπόβαθρο για να διεισδύσουμε «κάτω από την επιφάνεια» και να αντιληφθούμε το συγκεκριμένο έργο; Διότι αν η συγκεκριμένη άποψη είναι λανθασμένη, τότε, έχοντας υιοθετήσει την περί οικουμενικότητας της στρατηγικής σκέψης άποψη, έχουμε κάνει σωστά τη δουλειά μας και οι προτάσεις μας επί συγκεκριμένων ζητημάτων δεν στηρίζονται σε λανθασμένες παραδοχές. Αν όμως όχι, τότε οι  εξ αιτίας της λανθασμένης προσέγγισης εσφαλμένες μας εκτιμήσεις και προτάσεις, μπορούν να έχουν σημαντικές συνέπειες. Ειλικρινά, δεν μπορώ να απαντήσω, καθώς δεν είμαι ειδικός ούτε στην Κίνα, ούτε στην κινεζική σκέψη.

 

Τούτο βεβαίως δεν σημαίνει ότι η προσέγγιση της οικουμενικής αντίληψης της θεωρίας του πολέμου δεν είναι κυρίαρχη ή χρήσιμη. Κάθε άλλο. Ωστόσο, και αυτό θέλω να αναδείξω, θα πρέπει στις αναλύσεις μας να λαμβάνεται υπόψη και η αντίθετη, μειοψηφούσα, προσέγγιση.

 

Τέτοια παραδείγματα, παρά το ότι είναι λίγα, υπάρχουν, όπως στην χαρακτηριστική περίπτωση του πολύ γνωστού μας John Mearsheimer (4), στο κείμενό του Can China Rise Peacefully? Ο Mearsheimer, υιοθετώντας την  περί οικουμενικότητας της στρατηγικής (και της πολιτικής) αντίληψη, καταρχάς αναρωτιέται: “Why should we expect China to act differently than the United States? Are the Chinese more principled than we are? More ethical? Are they less nationalistic? Less concerned about their survival? They are none of these things, of course, which is why China is likely to follow basic realist logic and attempt to become a regional hegemon in Asia.”

Στη συνέχεια, σε ένα υποκεφάλαιο που θυμίζει έντονα τα διδάγματα της Τέχνης του Πολέμου και δείχνει ότι ο ίδιος τα λαμβάνει υπόψη του, θέτει το ζήτημα: “Why China Cannot Disguise Its Rise”. Απαντάει: “One might argue that, yes, China is sure to attempt to dominate Asia, but there is a clever strategy it can pursue to achieve that end peacefully. Specifically, it should follow Deng Xiaoping’s famous maxim that China keep a low profile and avoid becoming embroiled in international conflicts as much as possible. His exact words were ‘Hide our capacities and bide our time, but also get some things done’…”

 

Τέλος, εξετάζει και την πιθανότητα του να αναπτυχθεί η Κίνα σε ηγεμονική δύναμη ειρηνικά, για δύο λόγους, μεταξύ των οποίων τον έναν αποκαλεί: “Confucian Pacifism” (ο άλλος είναι η οικονομική αλληλεξάρτηση). Γράφει: “An especially popular claim among Chinese is that their country can rise peacefully because it has a deeply Confucian culture. Confucianism, they argue, not only promotes moral virtue and harmony but also explicitly rules out acting aggressively toward neighboring countries. Instead, the emphasis is on self-defense. China, so the argument goes, has historically acted in accordance with the dictates of Confucianism and has not behaved like the European great powers, Japan, or the United States, which have launched offensive wars in pursuit of hegemony and generally acted according to the dictates of realism. China, in contrast, has behaved much more benignly toward other states: it has eschewed aggression and pursued “humane authority” instead of “hegemonic authority.” …”  Σε αυτό λοιπόν το κείμενο βλέπουμε τον Mearsheimer να υιοθετεί ως κεντρική γραμμή ανάλυσης τη δυτικόστροφη προσέγγιση, να μην απορρίπτει ωστόσο χωρίς εξέταση και την αντίθετης φιλοσοφίας μεθοδολογία. Τούτη η προσέγγιση είναι θεωρώ το καλύτερο αλλά και το περισσότερο που μπορούμε να κάνουμε μπροστά σε κείμενα ενός διαφορετικού φιλοσοφικού και πολιτισμικού ιδιώματος.

 

Προς αυτό πάντως το ιδίωμα η εργασία των Πλατιά και Κολιόπουλου και η δική τους, νέα, μετάφραση του έργου του Σουν Τσου, ανοίγουν ένα καινούργιο και με ακρίβεια χαραγμένο δρόμο, που αξίζει, κατά την άποψή μου, να δημοσιευθεί και στα Αγγλικά, με την ευχή να έχει την ίδια επιτυχία που είχε η αγγλική έκδοση της δουλειάς τους στον Θουκυδίδη (Thucydides on Strategy).

----

1. Την επιχειρηματολογία μου επί του θέματος, δηλαδή γιατί «Πόλεμος» και όχι «Πελοπονησιακός πόλεμος», δες στο Ηλίας Κουσκουβέλης, Θεωρία απόφασης στον Θουκυδίδη, Εκδόσεις Πανεπιστημίου Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη, 2015.

2.  Βλ. Yuen, Derek M. C. (2008), “Deciphering Sun Tzu”, Comparative Strategy, 27: 2, 183-200.

 Ibid.

 3. Christopher Coker (2003), What would Sun Tzu say about the war on terrorism?, The RUSI Journal, 148:1, 17.

4.  The National interest, October 25, 2014, http://nationalinterest.org/commentary/can-china-rise-peacefully-10204.

Προκήρυξη τριών θέσεων μεταδιδακτορικής έρευνας

Το Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων της Έδρας ΓΕΕΘΑ στις Στρατηγικές Σπουδές – «Θουκυδίδης», προκηρύσσει 3 θέσεις μεταδιδακτορικής έρευνας, σε γνωστικό πεδίο που εμπίπτει στον τομέα των Στρατηγικών Σπουδών.

Οι θέσεις απευθύνονται σε διδάκτορες ιδρυμάτων ανώτατης εκπαίδευσης της ημεδαπής ή της αλλοδαπής, με τίτλους σπουδών αναγνωρισμένους από το Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π. Η χρονική διάρκεια εκπόνησης της μεταδιδακτορικής έρευνας θα είναι ένα έτος.

Οι υποψήφιοι Μεταδιδακτορικοί Ερευνητές οφείλουν:

· να κατέχουν διδακτορικό τίτλο σπουδών της ημεδαπής ή της αλλοδαπής ο οποίος να συνοδεύεται από τη βεβαίωση ισοτιμίας και βαθμολογικής αντιστοιχίας του Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π.,

· να έχουν τουλάχιστον «Λίαν Καλώς» ως βαθμό Μεταπτυχιακού και Διδακτορικού Διπλώματος,

· να υποβάλλουν ερευνητική πρόταση, η οποία να εμπεριέχει στοιχεία όπως ευρύτερη θεματική, αντικείμενο της έρευνας, σπουδαιότητα, βιβλιογραφία, καινοτομία του θέματος, μεθοδολογία, περιορισμοί, έννοιες και ορισμοί, οργάνωση του ερευνητικού έργου και πιθανές πηγές χρηματοδότησης.

Δικαιολογητικά υποψηφιότητας

· Έντυπη Αίτηση (Μπορείτε να κατεβάσετε την αίτηση εδώ).

· Πρόσφατο Αναλυτικό Βιογραφικό Σημείωμα.

· Αντίγραφα βασικών, μεταπτυχιακών και διδακτορικών τίτλων σπουδών (Εάν το πτυχία έχουν αποκτηθεί στην αλλοδαπή, θα πρέπει να συνοδεύονται και από τη βεβαίωση ισοτιμίας και βαθμολογικής αντιστοιχίας του Δ.O.A.T.A.Π.).

· Ερευνητική πρόταση μέχρι 2000 λέξεις.

· Πιστοποιητικό άριστης γνώσης της αγγλικής γλώσσας. Η γνώση αυτή θα πιστοποιείται σύμφωνα με τα εκ του άρθρου 28 του Π.Δ. 50/2001 οριζόμενα, όπως τροποποιήθηκε με το Π.Δ. 116/2006 (ΦΕΚ 115 τ.Α΄/09.06.2006) και Π.Δ. 146/2007 (ΦΕΚ 185 τ.Α' /03.08.2007) και ισχύουν αναλογικώς εφαρμοζόμενα.

· Πιστοποιητικά πολύ καλής γνώσης άλλων ξένων γλωσσών, πέραν της αγγλικής, θα συνεκτιμηθούν. Η γνώση αυτή θα πιστοποιείται σύμφωνα με τα εκ του άρθρου 28 του Π.Δ. 50/2001 οριζόμενα, όπως τροποποιήθηκε με το Π.Δ. 116/2006 (ΦΕΚ 115 τ.Α΄/09.06.2006) και Π.Δ. 146/2007 (ΦΕΚ 185 τ.Α' /03.08.2007) και ισχύουν αναλογικώς εφαρμοζόμενα.

· Οι αλλοδαποί υποψήφιοι πρέπει να πιστοποιούν την ελληνομάθειά τους με την κατάθεση των οριζομένων από το νόμο Πιστοποιητικών Επάρκειας και Βεβαίωσης Ελληνομάθειας.

· Τρεις συστατικές επιστολές, κατά προτίμηση από Καθηγητές ή/ και Λέκτορες ΑΕΙ.

· Αντίγραφο αστυνομικής ταυτότητας ή διαβατηρίου.

· Επιστημονικές δημοσιεύσεις σε διεθνή περιοδικά με κριτές, με άμεση συνάφεια προς το θέμα της διδακτορικής διατριβής του υποψηφίου, εφόσον υπάρχουν.

· Επιστημονικές δημοσιεύσεις σε διεθνή περιοδικά με κριτές, εφόσον υπάρχουν.

· Ανακοινώσεις σε διεθνή συνέδρια, εφόσον υπάρχουν.

· Βραβεία επιστημονικών διαγωνισμών, εφόσον υπάρχουν.

Η καταληκτική ημερομηνία υποβολής των αιτήσεων είναι: 29/1/2016. Η αίτηση κατατίθεται στη Γραμματεία του Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, Εγνατία 156, 54636, Θεσσαλονίκη. Σε περίπτωση ταχυδρομικής αποστολής, το εμπρόθεσμο της αίτησης προκύπτει από τη σφραγίδα του ταχυδρομείου και το αποδεικτικό κατάθεσης του φακέλου στο ταχυδρομείο. Κανένα δικαιολογητικό που θα σταλεί μετά την καταληκτική ημερομηνία υποβολής αιτήσεων, με οποιονδήποτε τρόπο, δεν θα γίνει αποδεκτό.

Για περισσότερες πληροφορίες, μπορείτε να επικοινωνήσετε στο τηλέφωνο 2310891347 κατά τις εργάσιμες ημέρες και ώρες.

Ο Κάτοχος της Έδρας ΓΕΕΘΑ στις Στρατηγικές Σπουδές - «Θουκυδίδης»

Ηλίας Κουσκουβέλης

Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων

0011

Το ότι η Μέση Ανατολή χρειάζεται δημιουργική σκέψη τόνισε ο Καθηγητής Mohamed Kamal Shadha στα  συμπεράσματα της πρώτης ημερίδας της Έδρας Στρατηγικών Σπουδών ΓΕΕΘΑ Θουκυδίδης σε συνεργασία με την Ανωτάτη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Στην ημερίδα που είχε ως κεντρικό θέμα: Ελλάδα και Αίγυπτος σε μία εύθραυστη περιφέρεια: πολιτική και στρατηγική συμμετείχαν Αιγύπτιοι ακαδημαϊκοί από το Πανεπιστήμιο του Καϊρου και Έλληνες καθηγητές από το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και το Πανεπιστήμιο Πειραιά, ενώ την παρακολούθησαν στελέχη των ενόπλων δυνάμεων, πανεπιστημιακοί και φοιτητές.

Σε ό,τι αφορά τα θέματα που αναπτύχθηκαν ο Καθηγητής Mohamed Kamal Shadha ανέλυσε τις διεθνείς σχέσεις της Αιγύπτου. Ο Ηλίας Κουσκουβέλης, Καθηγητής και κάτοχος της Έδρας Θουκυδίδη, αναφερόμενος στις τελευταίες εξελίξεις στη Μέση Ανατολή απέρριψε τη θεωρία της σύγκρουσης των πολιτισμών και υποστήριξε ότι πρόκειται για εξισορρόπηση συμφερόντων. Ο Καθηγητής Άρης Τζιαμπίρης ανέπτυξε τις απόψεις του για τη σταθερότητα στην ταραγμένη Ανατολική Μεσόγειο και αναφέρθηκε στη συνεργασία των χωρών της Ανατολικής Μεσογείου: Ελλάδας, Κύπρου, Ισραήλ και Αιγύπτου.

Στο δεύτερο μερος η Επίκουρη Καθηγήτρια Tawfeik Engy Mahdy μίλησε για τη στρατηγική και την πολιτική της Αιγύπτου στη Μέση Ανατολή. Ο Αναπληρωτής Καθηγητής Σπύρος Λίτσας επικεντρώθηκε σε ένα πολύ ενδιαφέρον θέμα: τις Ελληνο-Αιγυπτιακές σχέσεις. Τέλος, ο Επίκουρος Καθηγητής Γιώργος Χρηστίδης μίλησε για τον ανταγωνισμό για επιρροή ανάμεσα στο Ιράν και τη Σαουδική Αραβία.

Ακολούθησαν ερωτήσεις και διάλογος με το κοινό, όπου αναπτύχθηκαν περαιτέρω τα ζητήματα της τρομοκρατίας, του ISIS, της Τουρκίας και του μέλλοντος στην Ανατολική Μεσόγειο.

JSN Yoyo template designed by JoomlaShine